Υποκατηγορία Μάχες

Μάχη της Καρύταινας

Στενά του Αγίου Αθανασίου Καρύταινας

Περιγραφή

Η «Δίδυμη Μάχη» των Στενών του Αγίου Αθανασίου καιτης Καρύταινας

Η πρώτη νικηφόρα σύγκρουση της Επανάστασης στον Μοριά

Η λεγόμενη «Δίδυμη Μάχη» της Καρύταινας συγκαταλέγεται στις πρώτες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο. Οι συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν στα τέλη Μαρτίου 1821, λίγες ημέρες μετά την απελευθέρωση της Καλαμάτας, και συνδέθηκαν άμεσα με τη στρατηγική του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για την κατάληψη της Τριπολιτσάς.

Η μάχη χαρακτηρίζεται «δίδυμη» επειδή περιλάμβανε δύο διαδοχικές συγκρούσεις την ίδια ημέρα: τη μάχη στα στενά του Αγίου Αθανασίου και τη μάχη στο γεφύρι της Καρύταινας. Σύμφωνα με αρκετούς ιστορικούς και με τα ίδια τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, αποτέλεσε την πρώτη καθαρά νικηφόρα μάχη των επαναστατημένων Ελλήνων στον Μοριά απέναντι σε οργανωμένη τουρκική δύναμη.

Η διαφωνία για τη στρατηγική της Επανάστασης

Μετά την κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821, προέκυψε διαφωνία μεταξύ του Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και του Κολοκοτρώνη σχετικά με τη στρατηγική της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Ο Πετρόμπεης θεωρούσε ότι οι Έλληνες έπρεπε αρχικά να στραφούν εναντίον των παραθαλάσσιων φρουρίων της Μεθώνη και της Κορώνη, ώστε να απομονωθούν οι οθωμανικές δυνάμεις. Αντίθετα, ο Κολοκοτρώνης υποστήριζε ότι το κέντρο βάρους της οθωμανικής εξουσίας στον Μοριά ήταν η Τριπολιτσά και πως μόνο η κατάληψή της θα οδηγούσε στην πτώση όλων των υπόλοιπων κάστρων.

Ακολουθώντας το δικό του σχέδιο, ο Κολοκοτρώνης αναχώρησε από την Καλαμάτα με μικρή στρατιωτική δύναμη, κατευθυνόμενος προς την Καρύταινα.

Η πορεία των Φαναριτών Τούρκων

Τις ίδιες ημέρες, οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί των ατείχιστων περιοχών της Πελοποννήσου εγκατέλειπαν τους οικισμούς τους και κατευθύνονταν προς ασφαλέστερα φρούρια και κυρίως προς την Τριπολιτσά.

Οι Τούρκοι της περιοχής Φαναρίου της Ολυμπίας ξεκίνησαν στις 26 Μαρτίου 1821 μαζί με τις οικογένειές τους, ακολουθούμενοι και από Τούρκους της Ζούρτσας. Η συνολική δύναμη, μαζί με αμάχους και ενόπλους, υπολογίζεται σε περίπου 2.600 άτομα.

Κατά την πορεία του, ο Κολοκοτρώνης πληροφορήθηκε ότι οι Τούρκοι της Καρύταινας είχαν ήδη κλειστεί στο φρούριο της περιοχής. Στο χωριό Τετέμπεη έλαβε σημαντική πληροφορία: ο Βασίλης Μπούντουνας είχε σκοτώσει έναν Τούρκο αγγελιαφόρο και είχε κατασχέσει επιστολή των Φαναριτών Τούρκων προς τους Τούρκους της Καρύταινας. Στην επιστολή αναφερόταν ότι οι Φαναρίτες σκόπευαν να περάσουν από την Καρύταινα για να ενωθούν με τους υπόλοιπους και να κινηθούν όλοι μαζί προς την Τριπολιτσά, φοβούμενοι επίθεση του Κολοκοτρώνη και των Μανιατών.

Η μάχη στα στενά του Αγίου Αθανασίου

Μόλις πληροφορήθηκε την κίνηση των Οθωμανών, ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε τα στενά του Αγίου Αθανασίου, τα οποία αποτελούσαν αναγκαστικό πέρασμα προς την Καρύταινα.

Το πρωί της επόμενης ημέρας εμφανίστηκε η μεγάλη τουρκική φάλαγγα, απλωμένη σε μεγάλη έκταση λόγω του πλήθους των ανθρώπων, των ζώων και των φορτίων. Οι ελληνικές δυνάμεις, που δεν ξεπερνούσαν τους 300–400 άνδρες — κυρίως Μανιάτες — επιτέθηκαν αμέσως.

Η μάχη υπήρξε σφοδρή και διήρκεσε περίπου έξι ώρες. Οι Οθωμανοί πολέμησαν με ιδιαίτερο πείσμα, προσπαθώντας να σώσουν τις οικογένειες και τις περιουσίες τους, ενώ οι Μανιάτες διακρίθηκαν για την αντοχή και την επιθετικότητά τους παρά τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου.

Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης σκοτώθηκαν αρκετοί Οθωμανοί ενώ τραυματίστηκαν Έλληνες οπλαρχηγοί όπως ο Βοιδής και ο Δουράκης. Όταν οι Έλληνες ξέμειναν από πυρομαχικά, υποχώρησαν οργανωμένα προς βραχώδες ύψωμα κοντά στο γεφύρι της Καρύταινας.

Η μάχη στο γεφύρι της Καρύταινας

Οι Οθωμανοί προσπάθησαν να συνεχίσουν την πορεία τους προς το γεφύρι και το φρούριο της Καρύταινας, όμως οι Έλληνες είχαν ήδη ανεφοδιαστεί και ανασυνταχθεί. Παράλληλα, κατέφθασαν ενισχύσεις υπό τους Γεωργάκης Πλαπούτας και Δημήτριος Πλαπούτας, καθώς και ένοπλοι από τα χωριά της Λιοδώρας και του Φαναρίου.

Οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν γύρω από το ιστορικό γεφύρι της Καρύταινας και στις όχθες του Αλφειός ποταμός, γνωστού τότε και ως «Ρουφιάς». Οι Τούρκοι, πιεζόμενοι από τα ελληνικά πυρά και τον πανικό που επικράτησε στις τάξεις των αμάχων, επιχείρησαν να διαβούν τον ποταμό μέσα από τα ορμητικά νερά.

Η κατάσταση εξελίχθηκε σε χάος. Πολλοί άμαχοι — γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι — παρασύρθηκαν από το ποτάμι και πνίγηκαν, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις συνέχιζαν να βάλλουν εναντίον των ενόπλων που προσπαθούσαν να καλύψουν την υποχώρηση.

Σύμφωνα με τις περισσότερες ιστορικές αναφορές, περίπου εκατό ένοπλοι Οθωμανοί σκοτώθηκαν γύρω από το γεφύρι, ενώ οι απώλειες από πνιγμούς ήταν ακόμη μεγαλύτερες.

Η πολιορκία του φρουρίου

Το ίδιο βράδυ κατέφθασε στην περιοχή ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με περίπου 200 άνδρες, ενώ την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε και ο Κανέλλος Δεληγιάννης με επιπλέον ενισχύσεις. Μέσα σε λίγες ημέρες συγκεντρώθηκαν έξω από την Καρύταινα περίπου 6.000 Έλληνες οπλοφόροι από διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου.

Οι Τούρκοι που είχαν διασωθεί κατέφυγαν στο φρούριο της Καρύταινας, το οποίο όμως δεν διέθετε επαρκή τρόφιμα και νερό. Έτσι ξεκίνησε η πολιορκία του κάστρου από τις ελληνικές δυνάμεις.

Ιστορική σημασία

Η «Δίδυμη Μάχη» της Καρύταινας θεωρείται από πολλούς ιστορικούς η πρώτη ουσιαστική νίκη των επαναστατημένων Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Η σημασία της ήταν κυρίως ψυχολογική και στρατηγική: απέδειξε ότι οι ελληνικές δυνάμεις μπορούσαν να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν οργανωμένα οθωμανικά σώματα ήδη από τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης.

Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του αναφέρεται στη μάχη με ιδιαίτερη έμφαση, παρουσιάζοντάς την ως την πρώτη νικηφόρα πολεμική σύγκρουση του Αγώνα στον Μοριά. Παρά ταύτα, η μάχη έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα λιγότερο γνωστή σε σχέση με άλλες μεταγενέστερες συγκρούσεις της Επανάστασης.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης περιγράφει την αναμέτρηση στα Απομνημονεύματά του:

«…Σαν είδα, ότι οι Τούρκοι δεν ήσαν την ημέρα εκείνη δια κίνημα, επήρα την χώρα της Καρυταίνης και έκλεισα τους Τούρκους εις το κάστρο(…) Στις 27 εσηκώθηκα χαραυγή, με τα χαράματα, και άφησα τους Καρυτινούς καμμιά δεκαπενταριά νομάτους, και εγώ έπιασα το στενό(…) Την αυτήν ημέραν που εκίνησα,ήγουν 27, με έφθασε ένας ντεσκερές του μακαρίτου του μπεϊζαντέ Ηλία, ότι έφθασε με 200 Σπαρτιάτας εις το Λεοντάρι, και του έγραψα, ότι να φθάση γρήγορα, γιατί σήμερα έχομε τουφέκι. (…) Και εγώ επήγα εις το στενό, ή στον Άγιο Αθανάσιο. Την αυγή εξαγνάντησα το στράτευμα το φαναρίτικο μια ώρα αλάργα,και ο τόπος στενός, και φορτώματα, και κρατούσε δύο ώραις ο μάκρος τους, η σειρά του, και βλέποντάς μας ευθύς εμβήκαν το τουφέκι ο μπροστά δια να πολεμήσουν και ημείς είχαμε ταμπούρια και επολεμήσαμε έξη ώραις. Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε έναν πόλεμο που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα: 300 ήτον οι πρώτοι 1700 οι Τούρκοι. Από ταις έξη ώραις έσωσαν τα φουσέκια τους, ελαβώθηκε ο Βοϊδής, ο Δουράκης, εσκοτώθηκαν πέντε – έξη. Εις το μεσημέρι έσωσαν τα φουσέκια.

Μου λένε το στράτευμα, να τους ανοίξωμεν – όμως τα Κολιόπουλα ήτον 6 ώραις μακριά εις το ποτάμι του Ρουφιά, εις το χωρίον Τζούκα, εφύλαγαν διά τους Λαλαίους. Ακούοντας το τουφέκι, εκίνησαν, πλην δεν έφθασαν εις την ώραν, αλλ’ έπειτα από μισή ώρα. Οι Τούρκοι σκοτώθηκαν 15, και πολεμούσαν με καρδιά, διότι είχαν το βιός τους και τις γυναίκες τους. Αν έφθαναν τα Κολιόπουλα, ο Γεωργάκης και ο Δημήτρης ήθελε χαλασθούν οι Τούρκοι. (…)
Ακούοντας την μπαταριά, εφράξαμε τον τόπον, να μην περάσουν Τούρκοι από το γεφύρι, με 20 ανθρώπους. Εκούναγα το μπαϊράκι δια να με γνωρίσουν τα Κολιόπουλα, είχε πιασθή ο λαιμός μου από τις φωναίς της ημέρας. (…) Οι Τούρκοι βγαίνουν εις βοήθεια από το κάστρο, διώχνουν εκείνους που ήτον στη χώρα. Κυνηγούμε τους Τούρκους με τα γυναικόπαιδα, 500 ψυχαίς εχάθησαν εις το ποτάμι της Καρύταινας, μην μπορώντας ν’απεράσουν από το γεφύρι, το οποίον το είχαμε πιασμένο. (…) Ημείς τους επολιορκήσαμεν. Μετά το εσπέρας έφθασε ο Ηλίας Μπεϊζαντές από το Λεοντάρι, σταις 28 ήλθε και ο Κανέλος με 200 Καρυτινούς. Ο Αναγνωσταράς και ο Παπαφλέσσας εκίνησαν για την Αρκαδία με 500 ανθρώπους. Σαν οι Αρκαδιανοί ήταν φευγάτοι, εγύρισαν και ήλθαν εις την Καρύταινα με 1000. Σε δύο ημέραις εγινήκαμε 6000. Οι Τούρκοι όπου ήτον κλεισμένοι, άφησαν τα ζώα τους έξω, τα πήραν οι Έλληνες. Δεν είχαν νερό, τροφάς. Τον Νικηταρά, τον είχα σταλμένον με 100 νομάτους εις το Φραγκόβρυσο, εις την Τριπολιτσά, δύο ώραις απέξω. (…)

Την άλλη ημέραν ξημερώνοντας, Απριλίου 1η, εβγήκε το μεντάτι από την Τριπολιτσά, και εβγαίνουν εκεί όπου έλεγα να πάγη ο Αναγνωσταράς, και βάνουν φωτιά αγνάντια. (…) Επείσμωσα και τους είπα «Να πιάσουν τρία καταράχια δια να καρτερέσωμε τους Τούρκους να πολεμήσωμε». Και εγώ πήρα ένα άλογο και ένα μπαϊράκι εις το χέρι, και το κιάλι, και αν είναι Τούρκοι, να κλείσω το μπαϊράκι, αν δεν είναι, να το ανοίξω. (…) Έβαλα το κιάλι, είδα τους Τούρκους όπου ήρχοντο και έκλεισα το μπαϊράκι. Οι Έλληνες αρχίζουν να φεύγουν, αφού έκαμα το σημείον. (…) Οι άνθρωποί μου έφευγαν. (…) Ο Αναγνωσταράς έπιασε το γεφύρι με 1000, ο Παπαφλέσσας, ο Κανέλλος επήρας την απάνου στράτα, εγώ έμεινα μοναχός μου, οι Έλληνες ετσάκισαν, εκρύφθηκα εις κάτι κλαριά, ταις δύο πιστόλαις μου ανασηκωμέναις. (…) Εις τα βασιλέματα του ηλίου εβγήκα αγνάντια εις τους εδικούς μας εις το γεφύρι. (…) Προβάλλω να τους πάρουν καταπόδι έως την Τριπολιτσά. Οι Έλληνες δεν θέλουν. Τα Κολιόπουλα ετράβηξαν εις την Ηλιοδώρα, ο Παπαφλέσσας και ο Μπεϊζαντές πάγει εις την Δημητσάνα, ο Κανέλος εις τα Λαγκάδια, πάγει ταις φαμίλιαις εις το Μέγα Σπήλαιον.»

360 Εικόνα
Δείτε τη 360 Εικόνα